ἐπισκότισις
ἐπισκότ-ῐσις, εως, ἡ, and ἐπισκοτ-ισμός, ὁ,
- = ἐπισκότησις, Procl. Par.Ptol. 112, 119.
ἐπισκότισις, εως (ἡ) [ῐσ] c. ἐπισκότησις, Procl. Ptol. 2, 7, p. 112.
ἐπισκότισις, ἡ, die Verfinsterung, Procl.