ἐπισκώπτης
ἐπισκώπτης, mocker
ἐπι-σκώπτης, ου, ὁ,
- mocker, v.l. for ἐπικόπτης (q.v.).
ἐπισκώπτης, ὁ, der Spötter, Timon. bei Sext.Emp. Pyrrh. 1.224, vgl. ἐπικόπτης.
ἐπισκώπτης, mocker