Ἐρίβοια
Ἐρίβοια, Eriboea
Ἐρί·βοια, ας (ἡ) [ῐ] Éribœa, f. Pd. I. 5, 42 ; Soph. Aj. 569, etc.
Étym. ἐρι-, βοῦς.
Ἐρῐβοια wife of Telamon, mother of Aias. “νῦν σε νῦν εὐχαῖς ὑπὸ θεσπεσίαις λίσσομαι παῖδα θρασὺν ἐξ Ἐριβοίας ἀνδρὶ τῷδε (= Τελαμῶνι) — τελέσαι” I. 6.45