ἐριβρεμής
ἐρι-βρεμής, ές,
- = ἐρίβρομος, τρίπους AP 6.344.
ἐρι·βρεμής, ής, ές, c. le préc. Anth. 6, 344.
ἐριβρεμής, ές, = ἐριβρεμέτης, Ep.adesp. (VI.344).
ἐριβρεμής
ἐρι-βρεμής, ές
= ἐρίβρομος, Anth.