ἠγοράασθε Save Bailly 2024 Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἠγοράασθε, ἠγορόωντο, v. ἀγοράομαι. ἠγοράασθε 2 pl. impf. ἀγοράομαι. ἠγοράασθε : see ἀγοράομαι.