ἡγητής
ἡγητής, a guide
ἡγ-ητής, οῦ, ὁ,
- = ἡγητήρ, a guide, νόσφιν ἡγητῶν A. Supp. 239.
ἡγητής, οῦ (ὁ) conducteur, Eschl. Suppl. 239.
Étym. ἡγέομαι.
ἡγητής, ὁ, = ἡγητήρ, Aesch. Suppl. 236.