ἠγορόωντο Save LSJ Grieks Nederlands Cunliffe Homer ἠγορόωντο, Ep. and Ion. lengthd. for ἠγορῶντο, v. ἀγοράομαι. ἠγορόωντο ep. imperf. med. 3 plur. van ἀγοράομαι. ἠγορόωντο 3 pl. impf. ἀγοράομαι.