ἡβήτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape ἡβ-ήτωρ, ορος, ὁ, = ἡβητήρ, κίχλαι Matro Conv. 78. ἡβήτωρ, ορος (ὁ) c. ἡβητήρ, Matr. (Ath. 136c). ἡβήτωρ, ορος, ὁ, = ἡβητήρ ; κίχλαι ἡβήτορες Matro bei Ath. IV.136c.