ἡβητήρ
ἡβ-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- = ἡβητής, AP 5.276 (Eratosth.), 6.76 (Agath.), Coluth. 71.
ἡβητήρ, ῆρος (ὁ) adolescent, Anth. 6, 76 ; Col. 71.
Étym. ἡβάω.
ἡβητήρ, ῆρος, ὁ, der mannbare Jüngling ; ἢ ἡβητῆρά με τεῦξον ἢ καὶ τὴν πολιὴν ὡς νεότητα δέχου Agath. 33 (VI.76); a. sp.D., wie Nonn. D. 38.94 ; Coluth. 71, 246. Vgl. ἡβητής u. ἡβήτωρ.
ἡβητήρ, ῆρος,
= ἡβητής, Anth.