Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμιολίς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμιμναῖον
ἡμίμνεον
ἡμίμνουν
ἡμιμόδιον
ἡμιμοιραῖος
ἡμιμοιριαῖος
ἡμιμοίριον
ἡμιμόριον
ἡμιμόχθηρος
ἥμιμυ
ἡμιμῦ
ἡμῖν
ἡμίνα
ἡμίναυλον
ἡμίναυον
ἡμινεοτελής
ἡμίνηρος
ἡμίξενος
ἡμίξεστον
ἡμίξηρος
ἡμιξύρητος
ἡμιοβόλιον
ἡμιόγδοον
ἡμιόδελος
ἡμιόδιον
ἡμιόδιος
ἡμιολία
ἡμιολιασμός
ἡμιολίζω
ἡμιόλιος
ἡμιολίς
ἡμιολίως
ἡμιόλκιον
ἡμίολος
ἡμιονάγριον
ἡμιόνειος
ἡμιονηγός
ἡμιονικός
ἡμιόνιον
ἡμιονίς
ἡμιονίτης
ἡμιονῖτις
ἡμιονόκουρος
ἡμίονος
ἡμίοπλος
ἡμίοπος
ἡμίοπτος
ἡμιούγγιον
ἡμιουγκιαῖος
ἡμιούγκιον
ἡμιουδαῖος
ἡμιπαγής
ἡμιπαθής
ἡμιπαίδευτος
ἡμιπαχής
ἡμιπέλεκκον
ἡμιπέπανος
ἡμιπέπειρος
ἡμίπεπτος
ἡμιπέπων
ἡμιπέρσης
…
ἡμιολίς
Save
LSJ
ἡμιολ-ίς, ίδος, ἡ,
=
ἡμιολία ναῦς,
Poll.
1.82.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}