Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡμιονίτης
ἡμιονίτης, muleteer
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἡμιμῦ
ἡμῖν
ἡμίνα
ἡμίναυλον
ἡμίναυον
ἡμινεοτελής
ἡμίνηρος
ἡμίξενος
ἡμίξεστον
ἡμίξηρος
ἡμιξύρητος
ἡμιοβόλιον
ἡμιόγδοον
ἡμιόδελος
ἡμιόδιον
ἡμιόδιος
ἡμιολία
ἡμιολιασμός
ἡμιολίζω
ἡμιόλιος
ἡμιολίς
ἡμιολίως
ἡμιόλκιον
ἡμίολος
ἡμιονάγριον
ἡμιόνειος
ἡμιονηγός
ἡμιονικός
ἡμιόνιον
ἡμιονίς
ἡμιονίτης
ἡμιονῖτις
ἡμιονόκουρος
ἡμίονος
ἡμίοπλος
ἡμίοπος
ἡμίοπτος
ἡμιούγγιον
ἡμιουγκιαῖος
ἡμιούγκιον
ἡμιουδαῖος
ἡμιπαγής
ἡμιπαθής
ἡμιπαίδευτος
ἡμιπαχής
ἡμιπέλεκκον
ἡμιπέπανος
ἡμιπέπειρος
ἡμίπεπτος
ἡμιπέπων
ἡμιπέρσης
ἡμιπήχειον
ἡμιπήχιον
ἡμιπηχυαῖος
ἡμίπηχυς
ἡμίπλαστος
ἡμίπλεθρον
ἡμίπλεκτος
ἡμίπλευρος
ἡμίπλεως
ἡμιπληγής
…
ἡμιονίτης
Save
ἡμιονίτης, muleteer
LSJ
ἡμιον-ίτης [
νῑ
], ου, ὁ,
muleteer,
PCair.Zen.
4.69 (iii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}