ἡμίξηρος
ἡμίξηρος, half-dry
ἡμί-ξηρος, ον,
- half-dry, PFlor. 118.3 (iii A.D.), AP 9.137 tit., Suid. s.v. λαιψηρόν.
ἡμί·ξηρος, ος, ον, à moitié sec, Anth. 9, 137.
Étym. ἡμι-, ξηρός.
ἡμίξηρος, halb trocken, B.A. 1173 ; VLL.
ἡμίξηρος
ἡμί-ξηρος, ον
- half-dry, Anth.