ἡμιξύρητος
ἡμιξύρητος, half-shorn
ἡμι-ξύρητος [ῠ], ον, (ξῠράω)
- half-shorn, D.L. 6.33.
ἡμι·ξύρητος, ος, ον [ῠ] à demi rasé, DL. 6, 33.
Étym. ἡμι-, ξυρέω.
ἡμιξύρητος, halb geschoren, DL. 6.33.
ἡμιξύρητος, half-shorn