ἡστικός
ἡστικός, pleasing, agreeable
ἡστ-ικός, ή, όν, (ἥδομαι)
- pleasing, agreeable, πάθος S.E. M. 6.33. Adv. -κῶς, opp. ἀλγεινῶς, ib. 10.225.
ἡστικός, ή, όν, qui réjouit, Sext. M. 6, 33.
Étym. ἥδομαι.
ἡστικός, erfreuend, πάθος S.Emp. adv.mus. 33.
• Adv., ἡστικῶς πάσχειν, Ggstz von ἀλγεινῶς, adv.phys. 2.225 ; ἡστικῶς διατιθέναι τινά adv.eth. 98.
• Adv., ἡστικῶς πάσχειν, Ggstz von ἀλγεινῶς, adv.phys. 2.225 ; ἡστικῶς διατιθέναι τινά adv.eth. 98.