Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἡσύχιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ᾔστην
ἡστικός
ἡστικῶς
ἦστον
ᾔστον
ἡστός
ᾔστωσα
ἥσυχα
ἡσυχᾷ
ἡσυχάζω
ἡσυχαῖος
ἡσυχαίτατα
ἡσυχαίτερος
ἡσυχαστέον
ἡσυχαστέος
ἡσυχαστήριον
ἡσυχαστής
ἡσυχαστικός
ἡσυχάστρια
ἡσυχάω
ἡσυχῇ
ἡσυχῆ
ἡσυχία
Ἡσυχία
ἡσυχίδας
Ἡσυχίδες
ἡσυχίη
ἡσυχικός
ἡσύχιμος
ἡσύχιος
Ἡσύχιος
ἡσυχιότης
ἡσυχίως
ἡσυχόομαι
ἡσυχοποιός
ἥσυχος
ἡσυχόω
ἡσύχως
ἠσφαλισμένως
ᾔσχυμμαι
ᾐσχυμμένος
ᾔσχυνε
ᾐσχύνθην
ἥσω
ἦτα
ἠτἄν
ἤτε
ἦτε
ᾖτε
ἥτε
ᾔτεε
ἡτέρα
ᾔτην
ᾐτιάασθε
ἠτίμασε
ᾐτιόωντο
ἥτις
ἤτοι
ἦτορ
ἠτριαῖος
ἠτρίδιος
…
Ἡσύχιος
Save
Bailly 2024
Ἡσύχιος,
ου
(
ὁ
)
Hèsykhios (Hésychius)
lexicographe grec
.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}