ἡσυχιότης
ἡσυχιότης, quiet, quiet disposition
ἡσῠχ-ιότης, ητος, ἡ,
- = ἡσυχία, Pl. Chrm. 159b, 159d; ἡ. τινός his quiet disposition, Lys. 26.5.
ἡσυχιότης, ητος (ἡ) [ῠ] caractère doux, tranquille, Plat. Charm. 159b; Lys. 175, 27.
ἡσυχιότης, ητος, ἡ, Bedachtsamkeit ; neben βραδυτής im Ggstz von ταχυτής Plat. Charm. 159b ff. Bei Lys. 26.5 dem σώφρων εἶναι entsprechend, im Ggstz von ἀσελγαίνειν.
ἡσυχιότης
ἡσῠχιότης, ητος,
= ἡσυχία, Plat.