ἵλαμαι
ἵλᾰμαι,
- = ἱλάομαι, ἵλαμαι δέ σʼ ἀοιδῇ h.Hom. 19.48, 21.5; Ἄρτεμιν ἵλασθαι θέλξαι θʼ ὑπερήνορα θῆρα Orph. A. 944; cf. ἵλημι. [ῐ in h.Hom., ῑ in Orph.]
ἵλαμαι (seul. prés.) c. le suiv. Hh. 20, 5 [ῐ] ; Orph. Arg. 942 [ῑ].
ἵλαμαι, ep. = ἱλάσκομαι ; σὲ ἀοιδῇ H.h. 20.5 ; ἵλαθι s. unter ἵλημι.