ἱεροφάντωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape ἱεροφάντ-ωρ, ορος, ὁ, = ἱεροφάντης, Suid. s.v. Ἰουλιανός. ἱερο·φάντωρ, ορος (ὁ) c. ἱεροφάντης, Jul. Étym. Suid. vo Ἰουλιανός. ἱεροφάντωρ, ορος, ὁ, = ἱεροφάντης, Sp.