Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱμάσκω
ἱμάσκω, flog
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἱμάλιος
ἱμαλίς
ἱμανήθρη
ἱμαντάριον
ἱμαντελιγμός
ἱμαντελικτεύς
ἱμαντελικτής
ἱμαντελίκτης
ἱμάντηρις
ἱμαντίδιον
ἱμάντινος
ἱμάντιον
ἱμαντίσκος
ἱμαντισμός
ἱμαντόδεσμος
ἱμαντόδετος
ἱμαντομάχος
ἱμαντοπάροχος
ἱμαντοπέδη
ἱμαντόπους
ἱμαντοσκελής
ἱμαντοτομέω
ἱμαντοτόμος
ἱμαντόω
ἱμαντώδης
ἱμάντωμα
ἱμάντωσις
ἱμαοιδός
ἱμάς
ἱμάσθλη
ἱμάσκω
ἱμασσία
ἱμάσσω
ἱματανωπερίβαλλοι
ἱματεύομαι
ἱματηγός
ἱματιδάριον
ἱματίδιον
ἱματίζω
ἱματιοθήκη
ἱματιοκάπηλος
ἱματιοκλέπτης
ἱματιομίσθης
ἱματιομισθωτής
ἱμάτιον
ἱματιοπαραλήμπτης
ἱματιοπλύτης
ἱματιοποιΐα
ἱματιοπράτης
ἱματιοπωλέω
ἱματιοπώλης
ἱματιοπωλικόν
ἱματιοπῶλις
ἱματιόπωλις
ἱματιουργική
ἱματιουργικός
ἱματιοφόριον
ἱματιοφορίς
ἱματιοφυλακέω
ἱματιοφυλάκιον
ἱματιοφύλαξ
…
ἱμάσκω
Save
ἱμάσκω, flog
LSJ
ἱμάσκω,
dub. sens., perh.
flog
or
imprison
(ἱμάς),
Schwyzer
409 (Elis).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}