Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἱματανωπερίβαλλοι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἱμαντάριον
ἱμαντελιγμός
ἱμαντελικτεύς
ἱμαντελικτής
ἱμαντελίκτης
ἱμάντηρις
ἱμαντίδιον
ἱμάντινος
ἱμάντιον
ἱμαντίσκος
ἱμαντισμός
ἱμαντόδεσμος
ἱμαντόδετος
ἱμαντομάχος
ἱμαντοπάροχος
ἱμαντοπέδη
ἱμαντόπους
ἱμαντοσκελής
ἱμαντοτομέω
ἱμαντοτόμος
ἱμαντόω
ἱμαντώδης
ἱμάντωμα
ἱμάντωσις
ἱμαοιδός
ἱμάς
ἱμάσθλη
ἱμάσκω
ἱμασσία
ἱμάσσω
ἱματανωπερίβαλλοι
ἱματεύομαι
ἱματηγός
ἱματιδάριον
ἱματίδιον
ἱματίζω
ἱματιοθήκη
ἱματιοκάπηλος
ἱματιοκλέπτης
ἱματιομίσθης
ἱματιομισθωτής
ἱμάτιον
ἱματιοπαραλήμπτης
ἱματιοπλύτης
ἱματιοποιΐα
ἱματιοπράτης
ἱματιοπωλέω
ἱματιοπώλης
ἱματιοπωλικόν
ἱματιοπῶλις
ἱματιόπωλις
ἱματιουργική
ἱματιουργικός
ἱματιοφόριον
ἱματιοφορίς
ἱματιοφυλακέω
ἱματιοφυλάκιον
ἱματιοφύλαξ
ἱματισμός
ἱμάω
ϝιμβάναι
…
ἱματανωπερίβαλλοι
Save
Pape
ἱματανωπερίβαλλοι
, οἱ,
f.l.
für εἱματανωπερίβαλλοι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}