Ἴλας
Ἴλας, α (ὁ) [ῑᾰ] dor. c. Ἰόλαος, Pd. O. 10, 21.
Ἴλας trainer of Hagesidamos.
- 1πύκτας δʼ ἐν Ὀλυμπιάδι νικῶν Ἴλᾳ φερέτω.χάριν Ἁγησίδαμος, ὡς Ἀχιλεῖ Πάτροκλος O. 10.18