ὁμιχλώδης Save Bailly 2024 Pape ὁμιχλώδης, ης, ες, c. le préc. T. Locr. 99c ; Th. C.P. 5, 11, 3, etc. Étym. ὁμίχλη, -ωδης. ὁμιχλώδης, ες, nebelartig, wolkig, trübe ; καὶ τὸ νοτερόν, Tim.Locr. 99c ; ἡμέρα, Pol. 3.84.1 ; ἀχλύς, 34.11.15 ; Plut.