ὀρέστιον
ὀρέσ-τιον or ὀρέστ-ειον, τό,
- = ἑλένιον, Dsc. 1.28,5.56, Plin. HN 14.108.
ὀρέστιον, ου (τὸ) aunée, plante, la même que νεκτάριον, Diosc. 5, 66.
ὀρέστιον, τό, ein Kraut, sonst νεκτάριον, Diosc.