ὀρειφοίτης
ὀρειφοίτης, mountain-roaming
ὀρει-φοίτης, ου, ὁ,
- mountain-roaming, Phanocl. 3:—so ὀρείφοιτοι ποιμένες, ὀρείφοιτα θηρία, Babr. 91.2, 95.25; ὀρείφοιτοι Βάκχαι Corn. ND 30.
ὀρει·φοίτης, ου, adj. m. qui parcourt les montagnes, Phanocl. (Plut. M. 671).
Étym. ὄρος, φοιτάω.
ὀρειφοίτης, ὁ, = ὀρείφοιτος, Phanocl. bei Plut. Symp. 4.5.