ὀρειομανής Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρειομανής, ές, v. ὀρειμανής. ὀρειο·μανής, ής, ές [ᾰ] passionné pour les montagnes, Orph. H. 30, 5, c. ὀρειμανής. ὀρειομανής, ές, = ὀρειμανής, Orph. H. 30.5.