ὀρειώτης
ὀρει-ώτης, ου, Dor. -ας, α, ὁ,
- = ὀρεσσιβάτης, AP 9.824 (Eryc.).
ὀρειώτης, ου (ὁ) c. ὀρείτης, Anth. 9, 824.
ὀρειώτης, ὁ, = ὀρείτης, Πάν, Eryc. 5 (IX.824).
ὀρειώτης, ου, ὁ,
ὄρος
= ὀρείτης, Anth.