ὀρείπλανος Save Bailly 2024 Pape ὀρεί·πλανος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Nonn. D. 16, 184. Étym. var. ὀρίπλανος. ὀρείπλανος, = ὀρειπλανής, Nonn. D. 16.184.