ὀρειχάλκινος
ὀρειχάλκινος, of orichalc
ὀρει-χάλκῐνος, η, ον,
- of orichalc, στήλη Pl. Criti. 119c, cf. IG 2(2).1533.24 (iv B. C.).
ὀρειχάλκινος, η, ον [ῐ] de laiton, Plat. Criti. 119c.
Étym. ὀρείχαλκος.
ὀρειχάλκινος, aus dem ὀρείχαλκος gemacht ; στήλη, Plat. Critia. 119c ; Sp.