ὀχυροποιέομαι
ὀχυροποιέομαι, to make secure, fortify
ὀχῠροποιέομαι,
- fasten, fortify, Plb. 1.18.4:—Act. in Sch. Philostr. Im. 1.4.
ὀχυρο·ποιέομαι-οῦμαι [ῠ] fortifier, Pol. 1, 18, 4.
Étym. ὀχυρός, π.
ὀχυροποιέομαι
ὀχῠρο-ποιέομαι,
- Dep. to make secure, fortify, Polyb.