ὁμιλήτρια Save LSJ Bailly 2024 Pape ὁμῑλ-ήτρια, ἡ, fem. of ὁμιλητής, Philostr. VA 1.30. ὁμιλήτρια, ας (ἡ) [μῑ] fém. d’ὁμιλητής, Philstr. V. Ap. 1, 30. ὁμιλήτρια, [μῑ], ἡ, fem. zu ὁμιλητής, Philostr.; auch ὁμιλητρίς wird angeführt.