ὁμομηλίς
ὁμο-μηλίς, ίδος, ἡ,
- = ἁμαμηλίς, Aëthlius 2; cj. for ὀρο- in Theoc. 5.94.
ὁμο·μηλίς, ίδος (ἡ) c. ἁμαμηλίς, Aéthl. (Ath. 650d, 653f).
ὁμομηλίς, ίδος, ἡ, = ἁμαμηλίς, Ath. XIV.650d.