ὁμολογέω
ὁμολογέω, ὁμολογέω, agree with, say the same thing as (+ dat.)
- to be ὁμόλογος: hence,
- I agree with, say the same thing as, c. dat., λέγουσι Κορίνθιοι, ὁμολογέουσι δέ σφι Λέσβιοι Hdt. 1.23, cf. 171, 2.4; Κυρηναῖοι τὰ περὶ Βάττον οὐδαμῶς -έουσι Θηραίοισι Id. 4.154.
- II correspond, agree with, whether of persons or things, c. dat., [τὸ ἓν] ἑωυτῷ ὁ. Heraclit. 51; ὁμολογέουσι ταῦτα τοῖσι Ὀρφικοῖσι Hdt. 2.81; αὗται αἱ πόλιες τῇσι πρότερον λεχθείσῃσι ὁμολογέουσι κατὰ γλῶσσαν οὐδέν Id. 1.142, cf. 2.18; have to do with, ὁμολογέοντας κατʼ οἰκηϊότητα Περσέϊ οὐδέν Id. 6.54; τοῖς λόγοις τοὺς μάρτυρας -οῦντας Antipho 6.31; οὐκ ἔφη τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις ὁμολογεῖν Th. 5.55; ὥστε μηδὲν ὁμολογεῖν τὼ τρόπω τὼ ἀλλήλων are utterly unlike, Lys. 20.12.
- b to be coordinated, πρὸς ἓν ἔργον Gal. UP 1.8: metaph., of a vowel, agree, i. e. form a diphthong, Plu. QConv. 2.737f.
- c to be suitable for, c. gen., ὁμολογεῖ ὤμου ἡ περὶ τὴν ἑτέρην μασχάλην περιβολή Hp. Off. 9.
- 2 agree to a thing, grant, concede, ὁμολογῶ τάδε S. l.c.: abs., Hdt. 8.94; τινί τι Pl. Smp. 195b; αὐτοῖς ὡμολογηκὼς ταύτην τὴν ὁμολογίαν Id. Cri. 52a; ὁμολογοῖεν ἂν ἡμῖν οἱ ἄνθρωποι, ἢ οὔ; Id. Prt. 357a; ὅπως . . τῇ τύχῃ σου χάριτας ὁμολογεῖν δυνηθῶ that I may avow my gratitude . ., PRyl. 114.32 (iii A. D.); ὁ. χάριν θεοῖς acknowledge gratitude, Luc. Laps. 15 (ὁ. ἔν τινι Ev.Matt. 10.32 appears to be an Aramaism; ὁ. ἐφʼ ἁμαρτίαις LXX Si. 4.26): without acc. rei, ὁμολογῶ σοι I grant you, i.e. I admit it, Ar. Pl. 94; parenthetically, ἀφειλόμην, ὁμολογῶ I allow it, X. An. 6.6.17: c. inf., ὁ. Νικίαν ἑορακέναι allows, confesses that he has seen . ., Eup. 181.3; ὁ. σε ἀδικεῖν I confess that I am wronging thee, E. Fr. 265; ὁ. κλέπτειν Ar. Eq. 296, cf. Antipho 2.4.8; ὁ. καπηλεύειν Isoc. 2.1; ὁ. οὐκ εἰδέναι confess ignorance, Arist. SE 183b8; ὁ. πατάξαι Ar. V. 1422; ὁμολογοῦσι νοσεῖν μᾶλλον ἢ σωφρονεῖν Pl. Phdr. 231d; ὁ. ἓν πάντα εἶναι Heraclit. 50; ὁ. Μειδίαν ἁπάντων λαμπρότατον γεγενῆσθαι D. 21.153, cf. 197; esp. in receipts, ὁ. ἀπέχειν, ἐσχηκέναι, etc., PHib. 1.97.5 (iii B. C.), CPR 229.3 (iii A. D.), etc.; in contracts, ὁ. διαλελύσθαι πρὸς ἀλλήλους PHib. 1.96.5 (iii B. C.), cf. BGU 1160.3 (i B. C.), etc.; τοῦθʼ ὁ. ὡς . . Pl. Chrm. 163a, cf. Lg. 896c: also c. Partic., ὁ. τινὰ δίκαια ὄντα Id. Cri. 49e, 50a; v. infr. C.
- 3 agree or promise to do, c. fut. inf., Antipho 6.23, And. 1.62, Pl. Smp. 174a, Phdr. 254b, etc.: c. aor. inf., D. 42.12: c. pres. inf., ὡμολόγησαν ἑκατὸν τάλαντα ἐκτείσαντες ἀζήμιοι εἶναι Hdt. 6.92: also freq. abs., promise, μισθῷ ὁμολογήσαντες (sc. ἀπαλλάξεσθαι) Id. 2.86; ὁ ὁμολογῶν the person who gives an undertaking, BGU 297.22 (i A. D.), etc.; make an agreement, come to terms, τινι with another, Hdt. 6.33, 7.172, al.; ἐπὶ τούτοισι on these terms, Id. 1.60, cf. 8.140.βʹ, Th. 4.69.
- b c. acc., promise, τῆς ἐπαγγελίας ἧς (for ἣν) ὡμολόγησεν ὁ θεὸς τῷ Ἀβραάμ Act.Ap. 7.17; θεῷ ὑψίστῳ εὐχὴν Αὐρήλιος Ἀσκλάπων, ἣν ὡμολόγησεν ἐν Ῥώμῃ IGRom. 4.542 (Phrygia).
- B Med., in sense of Act., ὑπεναντίος ὁ τρόπος . . ὁμολογεόμενος Hp. Vict. 1.11; αὐτοὶ ἑαυτοῖς ὁμολογούμενοι λόγοι Pl. Ti. 29c; νόμοι σφίσιν αὐτοῖς ὁ. Isoc. 2.17, cf. 6.14; τὸ ταὐτὸν καὶ ὁ. Pl. Lg. 741a; ὡμολογεῖτʼ ἂν ἡ κατηγορία τοῖς ἔργοις αὐτοῦ D. 18.14; -ούμενος καὶ σύμφωνος κατὰ τὸν βίον Plb. 31.25.8; τοῦτο -ήσασθαι ὅτι . . Pl. Cra. 439b, etc.
- C Pass., to be agreed upon, allowed or granted by common consent, X. An. 6.3.9, etc.; πλέον ἀνδρὶ ἑκάστῳ ἢ τρεῖς ὀβολοὶ ὡμολογήθησαν Th. 8.29: c. inf., with predicate added, to be allowed or confessed to be so and so, ἡ ὑπὸ πάντων ὁμολογουμένη ἄριστον εἶναι εἰρήνη Id. 4.62; ὁμολογεῖταί γε παρὰ πάντων μέγας θεὸς εἶναι Pl. Smp. 202b, cf. X. An. 1.9.20, etc.
- 2 without inf., ἡ τοῦ οἰκείου . . ἕξις . . δικαιοσύνη ἂν ὁμολογοῖτο should be allowed [to be] justice, Pl. R. 434a; -ούμενοι δοῦλοι And. 4.17; τοὺς -ουμένους θεούς those who are admitted [to be] gods, Timocl. 1.2, cf. Th. 6.89.
- 3 abs., ὁμολογεῖται it is granted, agreed, Pl. Phd. 72a, al.; τὰ ὡμολογημένα the things granted, ibid.; ἐξ ὁμολογουμένου, = ὁμολογουμένως, Plb. 3.111.7.
1. overeenstemmen, het eens zijn,
2. instemmen, toegeven, met dat.:
3. overeenkomen, beloven,
Strong 3670
1. to speak the same language (Hdt.).
2. to agree with (Hdt., Plat., al.).
3. to agree, confess, acknowledge (Plat., al.): absol., Jo 1:20 12:42; pass., Ro 10:10; seq. ὅτι, Ro 10:10, He 11:13; c. acc. rei, Ac 23:8, I Jo 1:9, Re 3:5; id. c. dat. pers., Ac 24:14; c. acc. cogn., I Ti 6:12; c. acc. pers., I Jo 2:23 4:3; id. seq. pred. acc. (Bl., § 34, 5; 73, 5), Jo 9:22, Ro 10:9, I Jo 4:2, 15, II Jo 7; c. inf. (M, Pr., 229), Tit 1:16; c. dat. pers. seq. ὅτι, Mt 7:23; seq. ἐν, c. dat. pers.
4. to agree, promise: τ. ἐπαγγελίαν, Ac 7:17; c. inf. obj. (Bl., § 61, 3), Mt 14:7.
5. = ἐξμολογέω, to praise: He 13:15 (Westc., in l.). (Cf. ἀνθ-ομολογέομοι, ἐξομολογέω.)†
- to speak together; hence,
- Ito speak one language, τινί with one, Hdt.:—generally, οὐδὲν ὁμ. τινί to have naught to do with, Hdt.
- IIto hold the same language with, i. e. to agree with, τινί Hdt., Thuc.
- 2to agree to a thing, allow, admit, confess, concede, grant, c. acc. rei, Hdt., Soph., etc.; ὁμ. τὴν εἰρήνην to agree to the terms of peace, Dem.:— without the acc. rei, ὁμολογῶ σοι I grant you, i. e. I admit it, Ar., Xen.:—c. inf. to allow, confess, grant that . ., Ar., Plat.
- 3to agree or promise to do, c. inf., Plat.
- bthe inf. is often omitted, ὁμολογήσαντες (sc. ἀπαλλάξεσθαι) Hdt.:—hence simply to make an agreement, come to terms, τινί with another, Hdt.
- BMid., just like the Act., Plat., Xen.
- CPass. to be agreed upon, allowed or granted by common consent, Xen.; c. inf. to be allowed or confessed to be, Plat., Xen.
- 2absol., ὁμολογεῖται it is granted, allowed, Plat.; τὰ ὁμολογούμενα, τὰ ὡμολογημένα things granted, Lat. concessa, Plat.
-
…ὑμῶν παραμείνῃ, ὁρῶν ὃν τρόπον ἡμεῖς τάς τε δίκας δικάζομεν καὶ τἆλλα τὴν πόλιν διοικοῦμεν, ἤδη φαμὲν τοῦτον ὡμολογηκέναι ἔργῳ ἡμῖν ἃ ἂν ἡμεῖς κελεύωμεν ποιήσειν ταῦτα, καὶ τὸν μὴ πειθόμενον τριχῇ φαμεν ἀδικεῖν, ὅτι τε γεννηταῖς…
Plato, Crito
-
…δίκαιος ἡμῖν ἀναπέφανται ὢν ἀγαθός τε καὶ σοφός, ὁ δὲ ἄδικος ἀμαθής τε καὶ κακός. ὁ δὴ Θρασύμαχος ὡμολόγησε μὲν πάντα ταῦτα, οὐχ ὡς ἐγὼ νῦν ῥᾳδίως λέγω, ἀλλʼ ἑλκόμενος καὶ μόγις, μετὰ ἱδρῶτος θαυμαστοῦ ὅσου…
Plato, Republic
-
…οὐκέτι ῥᾴδιον ἔχειν ὅτι τις εἴπῃ. εἰ γὰρ λυσιτελεῖν μὲν τὴν ἀδικίαν ἐτίθεσο, κακίαν μέντοι ἢ αἰσχρὸν αὐτὸ ὡμολόγεις εἶναι ὥσπερ ἄλλοι τινές, εἴχομεν ἄν τι λέγειν κατὰ τὰ νομιζόμενα λέγοντες · νῦν δὲ δῆλος εἶ ὅτι φήσεις…
Plato, Republic
-
…· ἀλλʼ ὅτι μὲν τοῦτο σκεπτέον εἰ ἀληθῆ λέγεις, δῆλον. ἐπειδὴ γὰρ συμφέρον γέ τι εἶναι καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ τὸ δίκαιον, σὺ δὲ προστιθεῖς καὶ αὐτὸ φῂς εἶναι τὸ τοῦ κρείττονος, ἐγὼ δὲ ἀγνοῶ, σκεπτέον δή…
Plato, Republic
-
…τὴν ἰατρικὴν μισθαρνητικήν, ἐὰν ἰώμενός τις μισθαρνῇ ; οὐκ ἔφη. οὐκοῦν τήν γε ὠφελίαν ἑκάστης τῆς τέχνης ἰδίαν ὡμολογήσαμεν εἶναι ; ἔστω, ἔφη. ἥντινα ἄρα ὠφελίαν κοινῇ ὠφελοῦνται πάντες οἱ δημιουργοί, δῆλον ὅτι κοινῇ τινι τῷ…
Plato, Republic
-
…. ἢ οὐχ ὡμολόγηται ; συνέφη. οὐκοῦν καὶ ὁ κυβερνήτης ὁ ἀκριβὴς ναυτῶν εἶναι ἄρχων ἀλλʼ οὐ ναύτης ; ὡμολόγηται. οὐκ ἄρα ὅ γε τοιοῦτος κυβερνήτης τε καὶ ἄρχων τὸ τῷ κυβερνήτῃ συμφέρον σκέψεταί τε καὶ προστάξει, ἀλλὰ…
Plato, Republic
-
…ταῦτα νὴ Δία, ὦ Σώκρατες. τί οὖν ἂν εἴπωσιν οἱ νόμοι · ὦ Σώκρατες, ἦ καὶ ταῦτα ὡμολόγητο ἡμῖν τε καὶ σοί, ἢ ἐμμενεῖν ταῖς δίκαις αἷς ἂν ἡ πόλις δικάζῃ ; εἰ οὖν αὐτῶν θαυμάζοιμεν λεγόντων…
Plato, Crito
-
…ἔφη, αὐτῷ μαρτυρήσῃς, ὁ Κλειτοφῶν ὑπολαβών. καὶ τί, ἔφη, δεῖται μάρτυρος ; αὐτὸς γὰρ Θρασύμαχος ὁμολογεῖ τοὺς μὲν ἄρχοντας ἐνίοτε ἑαυτοῖς κακὰ προστάττειν, τοῖς δὲ δίκαιον εἶναι ταῦτα ποιεῖν. τὸ γὰρ τὰ κελευόμενα ποιεῖν…
Plato, Republic
-
…ἄλλο τι οὖν, ἂν φαῖεν, ἢ συνθήκας τὰς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ὁμολογίας παραβαίνεις, οὐχ ὑπὸ ἀνάγκης ὁμολογήσας οὐδὲ ἀπατηθεὶς οὐδὲ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ ἀναγκασθεὶς βουλεύσασθαι, ἀλλʼ ἐν ἔτεσιν ἑβδομήκοντα, ἐν οἷς ἐξῆν σοι ἀπιέναι ,…
Plato, Crito
-
…εἰσελθόντας ἂν ἠμύνατο. ἀλλʼ, ὦ ἄνδρες, οἶμαι καὶ ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι οἱ μὴ τὰ δίκαια πράττοντες οὐχ ὁμολογοῦσι τοὺς ἐχθροὺς λέγειν ἀληθῆ, ἀλλʼ αὐτοὶ ψευδόμενοι καὶ τὰ τοιαῦτα μηχανώμενοι ὀργὰς τοῖς ἀκούουσι κατὰ τῶν τὰ δίκαια πραττόντων…
Lysias, Speeches