Ὁμόλη
Ὁμόλη, ης (ἡ) Homolè, mt. de Thessalie, Eur. H.f. 371 ; A. Rh. 1, 594 ||
➳ Dor. Ὁμόλα, Eur. l. c. ; Thcr. Idyl. 7, 103.
Ὁμόλη, Ὁμολώια test. Σ, Theocrit, 7. 103a, Ὁμόλη δὲ Θετταλίας ὄρος, ὡς Ἔφορος καὶ Ἀριστόδημος ὁ Θηβαῖος, ἐν οἷς ἱστορεῖ περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Ὁμολωίων, καὶ Πίνδαρος ἐν τοῖς ὑπορχήμασιν fr. 113.