Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ὅμολος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμόκοιτος
ὁμόκραιρος
ὁμόκτιτος
ὁμόκτυπος
ὁμοκωμήτης
Ὁμόλα
ὁμολάλητος
ὀμολγός
ὁμολείτωρ
ὁμόλεκτρος
ὁμολεχής
ὁμόλεχος
Ὁμόλη
ὁμόλικος
Ὁμόλιον
ὁμολιῶν
ὁμολογά
ὁμολογέω
ὁμολόγημα
ὁμολογησία
ὁμολόγησις
ὁμολογητέον
ὁμολογητής
ὁμολογητικός
ὁμολογία
ὁμολόγιον
ὁμόλογος
ὁμολογουμένως
ὁμολογούντως
ὁμολόγως
Ὅμολος
ὁμόλοχος
Ὁμολωΐδες πύλαι
Ὁμολώϊος
Ὁμολωΐς
Ὁμολώϊχος
ὁμομαθής
ὁμομαστιγίας
ὁμομάτηρ
ὁμομηλίς
ὁμομήτριος
ὁμομήτωρ
ὁμόναος
ὁμόνεκρος
ὁμονηδύϊος
ὁμονήδυος
ὁμονοεῖον
Ὁμονοεῖον
ὁμονοέω
ὁμονοητέον
ὁμονοητικός
ὁμονοητικῶς
ὁμόνοια
Ὁμόνοια
ὁμόνομος
ὁμόνοος
ὁμόνους
ὁμονόως
ὁμόνυμφος
Ὁμονῶος
ὁμόοικος
…
Ὅμολος
Save
Bailly 2024
Ὅμολος,
gén. dor.
ω
(
ὁ
)
c.
Ὁμόλη,
Thcr.
Idyl.
7, 103
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}