ὁρκιοτομέω
ὁρκιοτομέω, take an oath
ὁρκιο-τομέω,
- = ὅρκια τέμνω, Sch. Il. 19.197; ὁρκιᾱτομεῖ (Dor. for ὁρκιητ-) Timocr. 3.
ὁρκιοτομέω, = ὅρκια τέμνω, Schol. Il. 19.197.