ὑβρίγελως
ὑβρίγελως, a scornful laugher
ὑβρίγελως [ῐ], ωτος, ὁ,
- a scornful laugher, Man. 4.280.446.
ὑβρί·γελως, gén. ωτος (ὁ) [ῐ] au rire moqueur, Man. 4, 280, 446.
Étym. ὕβρις, γέλως.
ὑβρίγελως, ωτος, ὁ, der übermütig, höhnisch Lachende, Maneth. 4.446.