ὑβριστήρ
ὑβρ-ιστήρ, ῆρος, ὁ,
- poet. for sq., Opp. C. 1.416; χόλος Nonn. D. 46.5; ὑβριστῆρες ἴαμβοι AP 7.352:—ὑβριστῆρσι is a v.l. for ὑβριστῇσι in Il. 13.633.
ὑβριστήρ, ῆρος (ὁ) c. le suiv. Opp. C. 1, 416 ; Nonn. D. 46, 5 ; Anth. 7, 352.
ὑβριστήρ, ῆρος, ὁ, poet. statt ὑβριστής ; Mel. 119 (VII.352); als v.l. auch Il. 13.633.