Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑβόω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑαλώδης
ὑάλωμα
ὑαλῶπις
ὕαμα
ὑάμινος
Ὑαμπείη
Ὑάμπολις
Ὑαμπολίτης
ὑανέοος
ὑανεῶς
Ὑάνθεια
ὑανία
Ὕαντες
Ὑάντιος
ὔαξ
ὑάς
Ὑᾶται
ὑβάζω
ὑβάλης
ὑβαλλήν
ὑββάλλειν
ὑββάλλω
Ὕβλα
Ὑβλαῖος
Ὕβλη
Ὑβλήσιος
Ὕβλων
ὑβόομαι
ὑβός
ὗβος
ὑβόω
Ὑβρέας
ὑβρίγελως
ὑβρίζω
ὑβριοπαθέω
ὕβρις
ὑβρίς
Ὕβρις
ὑβρίσδω
ὕβρισμα
ὑβρισμός
ὑβριστέος
ὑβριστήρ
ὑβριστής
ὑβριστιάω
ὑβριστικός
ὑβριστικῶς
ὕβριστις
ὑβριστοδίκαι
ὕβριστος
ὑβριστός
ὑβρίστρια
ὕβωμα
ὕβωσις
ὕγγεμος
ὑγεῖα
ὑγεία
Ὑγεία
ὑγείδιον
Ὕγεινος
ὕγειος
…
ὑβόω
Save
Pape
ὑβόω
,
nach außen krümmen, bucklig machen
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}