ὑβρισμός
ὑβρ-ισμός, ὁ,
- = foreg. [ὕβρισμα] I, ὕβριζʼ ὑβρισμοὺς οὐκ ἐναισίους A. Fr. 179.
ὑβρισμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Eschl. fr. 176.
ὑβρισμός, ὁ, das Verüben eines Frevels, u. übh. = ὕβρισμα ; ὑβρισμοὺς ὑβρίζειν, Aesch. frg. 166.