ὑβρίστρια Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑβρ-ίστρια, ἡ, fem. of ὑβριστήρ, LXX Je. 27(50).31. ὑβρίστρια, ας, adj. f. c. ὑβριστήρ Spt. Jer. 27, 31. ὑβρίστρια, ἡ, fem. von ὑβριστήρ, LXX.