Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑγιηρής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑβρίστρια
ὕβωμα
ὕβωσις
ὕγγεμος
ὑγεῖα
ὑγεία
Ὑγεία
ὑγείδιον
Ὕγεινος
ὕγειος
Ὑγεννεῖς
ὑγιᾶ
ὑγιάζω
ὑγιαίνω
Ὑγιαίνων
ὑγίανσις
ὑγιαντός
ὑγίασις
ὑγίασμα
ὑγιασμός
ὑγιαστήριον
ὑγιαστικός
ὑγιαστός
ὑγιάτης
Ὑγιάτης
ὑγίεια
Ὑγίεια
ὑγιεινός
ὑγιεινῶς
ὑγίεις
ὑγιηρής
ὑγιηρός
ὑγιηρῶς
ὑγιής
ὑγιοζυγία
ὑγιοποιέω
ὑγιόπους
ὑγιότης
ὑγιόω
ὑγιῶς
ὑγιώτερος
ὑγλιῆναι
ὑγρά
ὑγράζω
ὑγραίνω
ὕγρανσις
ὑγραντέον
ὑγραντικός
ὑγρασία
ὕγρασμα
ὑγρασμός
ὑγρέμπλαστρον
ὑγρή
ὑγρηδών
ὑγρίην
ὑγροβατέω
ὑγροβάτης
ὑγροβατικός
ὑγροβαφής
ὑγρόβηξ
ὑγρόβιος
…
ὑγιηρής
Save
Pape
ὑγιηρής
, ές, = ὑγιηρός, wohl nur im superl. ὑγιηρέστατος, Her. 2.77.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}