About Report a problem

Menu

ὑπαλεύομαι

ὑπᾰλεύομαι, aor. ὑπαλεύασθαι,
  • = ὑπαλύσκω, ὑπαλευάμενος θάνατον Od. 15.275, cf. Hes. Op. 557; ὑπαλεύεο φήμην ib. 760: cf. ὑπαλύσκω.

Saved

Recent