ὑπεξαιρετέος
ὑπεξαιρετέος, to be removed
ὑπεξαιρ-ετέος, α, ον,
- to be removed, Hp. Mul. 1.11.
- 2 ὑπεξαιρετέον, one must remove, Ph. 1.362, 399, 521.
ὑπεξαιρετέος, α, ον, vb. d’ὑπεξαιρέω, Hpc. 595, 41 ; au neutre, Clém. 894 ; Phil. 1, 362, 399, 521.