ὑπερθαλασσίδιος
ὑπερθαλασσίδιος, above the coast-land
ὑπερ·θαλασσίδιος, ος, ον [θᾰσῐ] d’outre mer, situé de l’autre côté de la mer, Hdt. 4, 199.
Étym. ὑ. θάλασσα.
ὑπερθαλασσίδιος, = ὑπερθαλάσσιος, Ggstz von παραθαλάσσιος, Her. 4.199.
ὑπερθαλασσίδιος
ὑπερ-θᾰλασσίδιος, ον,
- above the coast-land, Hdt.