ὑπέρθερμος
ὑπέρθερμος, over-warm, hot
ὑπέρθερμ-ος, η, ον (Gp. 6.8.1), or ος, ον (Sor. 2.57),
- over-warm, hot, Gp. l.c., Sor. l.c., Gal. 11.674.
ὑπέρ·θερμος, ος, ον, trop chaud, Geop. 6, 8, 1.
Étym. ὑ. θερμός.
ὑπέρθερμος, übermäßig warm, heiß, Geop.