ὑπεροπλήεις
ὑπεροπλ-ήεις, εσσα, εν, Ep. for ὑπέροπλος, A.R. 2.4, in Sup. ὑπεροπληέστατος.
ὑπερ·οπλήεις, ήεσσα, ῆεν, seul. au sup. -ηέστατος, c. ὑπέροπλος, A. Rh. 2, 4.
ὑπεροπλήεις, ήεσσα, ῆεν, ep. statt ὑπέροπλος, Ap.Rh. 2.4, im superl. ὑπεροπληέστατος.