ὑπερορία
ὑπερορία, foreign land
ὑπερορ-ία, ἡ,
- v. ὑπερόριος I.2.
ὑπερορία, ας (ἡ) v. ὑπερόριος.
ὑπερορία, ἡ, s. ὑπερόριος.
ὑπερορία, ἡ,
v. ὑπερόριος.
ὑπερορία, foreign land