Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποκριτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποκορίζω
ὑποκόρισις
ὑποκόρισμα
ὑποκορισμός
ὑποκοριστικός
ὑποκοριστικῶς
ὑποκοσμήτης
ὑποκουρίζομαι
ὑποκουφίζω
ὑπόκουφος
ὑποκρατέω
ὑποκρατηρίδιον
ὑποκρατήριον
ὑποκράτησις
ὑποκρέκω
ὑποκρέμαμαι
ὑποκρεμάννυμι
ὑπόκρημνος
ὑποκρήνη
ὑπόκρηνος
ὑποκρητηρίδιον
ὑποκρητήριον
ὑποκρίζω
ὑποκρίνομαι
ὑποκρίνω
ὑποκρισία
ὑπόκρισις
ὑποκριτήρ
ὑποκριτής
ὑποκριτικός
ὑποκριτικῶς
ὑποκροτέω
ὑποκρουνιδία
ὑπόκρουσις
ὑποκρουσταλίς
ὑποκρούω
ὑποκρύπτω
ὑπόκρυφα
ὑποκρύφιος
ὑπόκρυφος
ὑπόκρυψις
ὑποκρώζω
ὑποκτείνω
ὑποκτυπέω
ὑποκυάνεος
ὑποκύανος
ὑποκυβερνάω
ὑποκυδής
ὑποκύκλιος
ὑπόκυκλον
ὑπόκυκλος
ὑπόκυλον
ὑπόκυλος
ὑποκυμαίνω
ὑποκυματίζω
ὑποκύομαι
ὑποκύπτω
ὑποκυρόω
ὑποκυρτόομαι
ὑπόκυρτος
ὑποκυρτόω
…
ὑποκριτικῶς
Save
Bailly 2024
ὑποκριτικῶς
[
ῐτ
]
adv.
avec feinte
ou
hypocrisie,
Chamæl.
(
Ath.
407
a
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}