ὑποκυδής
ὑποκυδής, covered with shoal-water
ὑποκῡδής, ές,
- covered with shoal-water, εἱαμενή Euph. 138, cf. Ctes. Fr. 23, Din. Fr. 17.6; ὑποκυδεῖς τίνες εἰσί; κοῖλοι τόποι AB 312, cf. Harp.; ὑποκυδές· ὑποφρύδιον (leg. ὑποβρύχιον) Hsch.: perh. διακυδόμεναι is related.
ὑπο·κυδής, ής, ές [κῡ] humide, Euphor. fr. 101.