ὑπολειτουργός
ὑπολειτουργός, astral gods
ὑπολειτουργός, ὁ,
- = λειτουργός IV, Herm. ap. Stob. 1.21.9.
ὑπο·λειτουργός, οῦ (ὁ) c. ὑπηρέτης, Hermès (Stob. Ecl. 1, 476).
ὑπολειτουργός, astral gods